ανοικοδομούμαι


ανοικοδομούμαι
ανοικοδομούμαι, ανοικοδομήθηκα, ανοικοδομημένος βλ. πίν. 74

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προσανοικοδομούμαι — έομαι, Α [ἀνοικοδομοῡμαι] 1. οικοδομούμαι επιπροσθέτως ή προστίθεμαι κάπου ως οικοδόμημα ή ως πρόδομος 2. μτφ. προστίθεμαι κάπου ως αντιστάθμισμα («ἐλεημοσύνη γὰρ πατρὸς οὐκ ἐπιλησθήσεται καὶ ἀντὶ ἁμαρτιῶν προσανοικοδομηθήσεταί σοι», ΠΔ) …   Dictionary of Greek